Σάββατο 1 Μαΐου 2021

Πρωτομαγιά

 





Μερόπη Πρέκα




Πρωτομαγιά 
Του Μαΐου ροδοφαίνεται η μέρα
που ωραιότερη φύση ξυπνάει
και την κάνουν λαμπρά και γελάει
πρασινάδες, αχτίδες, νερά.
Άνθη κι άνθη βαστούνε στο χέρι
παιδιά κι άντρες, γυναίκες και γέροι
ασπροεντύματα, γέλια και κρότοι,
όλοι οι δρόμοι γιομάτοι χαρά.
Ναι, χαρείτε του χρόνου τη νιότη,
άνδρες, γέροι, γυναίκες παιδιά.

Διονύσιος Σολωμός

"May Day Garlands" by Thomas Falcon Marshall


«Εαρινή Συμφωνία»  

…Πάμε στους αγρούς
να φορέσουμε στα δάχτυλα
τις παπαρούνες και τον ήλιο
και την καινούργια χλόη.

…Να ο ήλιος που τρέχει
μέσα στα δάση.
Δεν έχουμε αργήσει.

…Άνοιξε τα παράθυρα
να δεις το σύμπαν ανθισμένο
μ’ όλες τις παπαρούνες του αίματός μας
- να μάθεις να χαμογελάς.

…Νάτος ο ήλιος
πάνω απ’ τις μπρούντζινες πολιτείες
πάνω απ’ τους πράσινους αγρούς
μες στην καρδιά μας.
Αστράφτει ο κόσμος
ακούραστος.
Κοιτάχτε.


«Εαρινή Συμφωνία» (1937 – 1938) του Γιάννη Ρίτσου, ο οποίος γεννήθηκε την Πρωτομαγιά του 1909.



Σπύρος Βασιλειου - Πρωτομαγιά



Πιάνω την άνοιξη με προσοχή και την ανοίγω:
Με χτυπάει μια ζέστη αραχνοΰφαντη
ένα μπλε που μυρίζει ανάσα πεταλούδας
οι αστερισμοί της μαργαρίτας όλοι αλλά
και μαζί πολλά σερνόμενα ή πετούμενα
ζουζούνια, φίδια, σαύρες, κάμπιες και άλλα
τέρατα παρδαλά με κεραίες συρμάτινες
λέπια χρυσά λαμέ και πούλιες κόκκινες

Θα 'λεγες, έτοιμα όλα τους να παν
στο χορό των μεταμφιεσμένων του Άδη.

Οδυσσέας Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απρίλη, Ίκαρος


Εργατική Πρωτομαγιά





Θεσσαλονίκη, Μάης του '36.

Ο φωτογραφικός φακός της εποχής αποτύπωσε μια μάνα να μοιρολογεί, στη μέση του δρόμου, πάνω από τον νεκρό γιο της. Ο Γιάννης Ρίτσος εμπνεύστηκε από το τραγικό γεγονός και γράφει το 1936 τον «Επιτάφιο».


Μέρα Μαγιού μου μίσεψες 

Μέρα Μαγιού μού μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω, 

άνοιξη, γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω 

στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις

άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης 

Και με το δάχτυλο απλωτό μού τάδειχνες ένα-ένα 

τα όσα γλυκά, τα όσα καλά κι αχνά και ροδισμένα 

Και μούδειχνες τη θάλασσα να φέγγει πέρα, λάδι, 

και τα δεντρά και τα βουνά στο γαλανό μαγνάδι 

Και τα μικρά και τα φτωχά, πουλιά, μερμήγκια, θάμνα,

κι αυτές τις διαμαντόπετρες που ίδρωνε δίπλα η στάμνα. 

Μα, γιόκα μου, κι αν μούδειχνες τα αστέρια και τα πλάτια,

τάβλεπα εγώ πιο λαμπερά στα θαλασσιά σου μάτια. 

Και μου ιστορούσες με φωνή γλυκιά, ζεστή κι αντρίκια 

τόσα όσα μήτε του γιαλού δε φτάνουν τα χαλίκια. 

Και μούλεες, γιε, πως όλ' αυτά τα ωραία θάναι δικά μας, 

και τώρα εσβήστης κ' έσβησε το φέγγος κ' η φωτιά μας. 

Από την ποιητική συλλογή Επιτάφιος (1936) του Γιάννη Ρίτσου






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου